ΦΥΣΙΚΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Το κυνήγι της δόξας.

"Πολλοί τον πλούτον εμίσησαν, την δόξα ουδείς".
 Κάπου την κονόμησε τούτη την κουβέντα ο Ζαφείρης ο λεγόμενος Σοροπάκιας, δεν κατάλαβε ότι πρόκειται περί κούφια αχιβάδα καιτην έκανε πάσα σε όλες τις ψιλοκουβέντες. "Πολλοί τον πλούτον" και "πολλοί τον πλούτον", τάπρηξε τ' αγόρια και τον στενέψανε με τ' άγριο.
 -- Τι είναι αυτά που λες ρε βιδέλο;
 -- Μα το Χριστό! Τόχω ακούσει από ανθρώπους να πούμε πολύ ξεγυριστικούς περί το αρφάβητο.
Άκου κουβέντα και άκου μυαλό. Νάχης να πούμε μια στέρνα τάλλαρα και να μην τα γουστάρεις αλλά να γοουστάρης να σε γράφουνε οι εφημερίδες ότι δήθεν κάτι έκανες και σούπανε "μπράβο μάγκα!". Την σήμερον ο μαχαλάς το μόνο που τραβάει είναι το ρευστό. Τάχεις; Κουμαντάρεις τον τεμενά κατά το γούστο σου και σε προσκυνάνε μέχρι οι τελωνειακοί. Δεν τάχεις; Πέφτεις στον τενεκέ με το φρόκαλο και κάθεσαι κει δα να τηράς τι ανέμοι φυσάνε από Μπαρμπαριά μεριά!

Τουρτουριστό πρωϊνό να πούμε, έχει κάνει το μπαμπακοκονόμι του  ουρανος κι' έπεσε το σύννεφο να ξαπλάρη, φυσάνε κάτι φθινοπωριάτικα μελτεμάκια να σου σηκώνουνε το πετσί και να στο κάνουνε κέντημα κοπανέλι, νότισε η άσφαλτος κι' έγινε το ένα της, μια σιχασιά με τις λάσπες, μαδήσανε τα λελουδικά κι' αφήσανε τις γλάστρες ρέστες από πράσινο, όπου νάναι αδερφάκι μπαίνουνε και κάτι χειμώνες να περνάς μαγκαλλάτα και να ονειρεύεσαι τη φασουλάδα τηναχνιστή, κάθεται το λοιπόν όλη η παρέα ένα γύρο, ανάψανε τα τσιμπούκια τους, ρουφάνε τραγουδιστό τον καφέ τους που τον ανακάτεψε και τον έκανε χαρμάνι με το κριθάρι ο άτιμος ο Φώτης ο καφετζής, λες κι' είναι φυματίκα ο άλλος να πίνη κριθαροζούμι να δυναμώνη, πέρα στα τραπέζια του τοίχου παίζουνε Βομβάη, ταλλαράκι, όλοι πάνε για να κονομήσουνε πρωινάτα, ο Ζαφείρης όμως ο Σοροοπάκιας κάθεται με την συντροφιά του, όλοι κύριοι καλοι να πούμε, λέει τα δικά του και ξαναμασάει τσίκλα την φιλοσοφία του.
--Πολλοί τον πλούτον εμίσησαν...

Δεν πρόκανε να τον μισήση τον πλούτο ο μόρτης  ο Ζαφείρης καθόσον ποτές του δεν είχε πλούτον. Στον κόσμο τον σημερινό, το ξέρουνε πια κι' οι πιτσιρήδες, άλλος γεννιέται με τα κομπλέ του και τα σέα του και άλλος έρχεται αδερφάκι ρέστος και ξεβράκωτος και κάνει τράκα από νήπιος να κονομήση το γαλατάκι του. Του Ζαφείρη ο γέρος, καλός άνθρωπος ήτανε, είχε κάπου στο Μεταξοουργείο έναν αραμπά κι' έναν ψαρή, ζάλωνε τον αραμπά στον ψαρή κι' έβγαινε μαχαλά να κάνη κονόμι στην τσάρκα. Τότες μαζευόντουσαν τα κάρα στο Πολυτεχνείο, οδός Τοσίτσα, πέφτανε οι αγαθιάρηδες για τίποτις μεταφορές, κονό΄μαγε ο γέρος τάλλαρα δέκα και είκοσι, όπως γύριζ' η ρόδα, αλλά ήτανε στο σπίτι στόματα έξη και ποδάρια δώδεκα, θέλανε χοντρομπούκια τα στόματα και σόλες τα ποδάρια, τι να σου κάνουνε δέκα τάλλαρα, χώρια που κράταγε δυο για πάρτη του ο γέρος, φούμα να πούμε, καφέ να πούμε και τοκρασάκι ημών το επιούσιον να πούμε, καθόσον ήτανε ποτήρα γερή, σιδεροκόλλητη και έπινε κοντά δώδεκα κουβάδες στην πάρτη του.

Ο Ζαφείρης; Πως; Πήγε μέχρι τετάρτη δημοτικού κι' έκλεψε παστέλι και ξερολούκοουμο κι' αφροστράγαλο με την ψυχή του. Τους τάραξε τους στραγαλάδες από Μεταξουργείο μέχρι λεωφόρο Αλεξάντρας. Μ['ηκε και στον περτροπόλεμο με τις φούσκες, ο ίδιος ο Βέγκας τούσπασε το κεφάλι στον καυγά με τα Πυθαράδικα, μεγάλωσε, είχε τρούπες στην κάλτσα του και πιο πολλές τρούπες στο μυαλό του, καθόσον δεν έστρωνε ο μπαγάσας σε μια δουλειά να βγάλη τίποτις μπακίρια να σταθή ορθός.Από την αλητεία περίμενε προκοπή. Κάνεις προκοπή με την αλητεία; Πρώτα-πρώτα έπιασε τα πανηγύρια και τα παζάρια. Άρχιζε Πρωτοχρονιά, οδός Αιόλου με τη ροκάνα στο χέρι. "Πάρτε κόσμε, εδώ οι μπουναμάδες". κι' έπεφτε στο σεγνό, μακαρόνια ολίγα άνευ σάλτσα και πατσάς νυκτ΄΄ος στον "Μεγαλέξαντρο" ο Ζαφείρης. Μέχρι νάρθουνε Απόκριες να πέση το κομιτάτο να κάνη καρναβάλια και να γίνη "πλήρωμα" στη γκαμήλα και στα βαρελάκια με το χουνί, "ρίξτε ότι έχετε ευχαρίστηση". Και το Πάσχα έσφαζε αρνιά στις γειτονιές και μετά, καλοκαίρι, έβγαινε στην επαρχία στα παζάρια, όλο με κάτι ρουλέτες, να βαράει το βέλος και να παίρνη κάτι μίτζες φτωχές. Ίσα- ίσα δίνονε μια μεροκάμια καμπίσια, να τρως και να μετράς τις μπουκιές μη πέσεις όξω και δε σε φέρη στα ίσα το ψωμοτύρι.

Όταν έκανε ρεπό την εποχή που δεν είχε φτιάξη, μαζευότανε στην Ομόνοια κατά "Αργολίδα" μεριά, έκανε σεργιάνι τους παίχτες, τρακάριζε κανένα κουτσουράκι, έβαζε χέρι στα ξένα πακέτα, και έστρωνε σχέδια. "Θα κάνω. Θα ράνω". Τι θα κάνης ρε τράγο; Πιάνεται η καλή με τα λόγια; Σήμερον τρέχεις σαν τους σαράντα δράκους και δεν βγαίνει καρβέλι, θα βγη με το σχέδιο; Χώρια δηλαδή που ο Ζαφείρης είχε και τ' άλλο. Τον έτρωγε το σορόπι το ερωτιάρικο. Μουστακάκι περισπωμένη, καβουράκι της κλάψας, πανταλόνι μανιάτικο μοιρολόϊ, τσέπη έρημος, ποια να τον κυττάξη τον μάγκα; Έπρεπε να πέση σε ξελιγωμένη για να της φάη πέντε τάλλαρα κι' η ξελιγωμένη νάχη θολούρες στα μάτια.

Ο μεγάλος καημός του Ζαφείρη ήτανε που δεν μπορούσε να κονομήση θήλυ. Έτσι κι' ήτανε μ' όνονα κλέφτης να πούμε, παλληκαράς να πούμε, έτσι κι' είχε μητρώο και παρελθόν, εύκολο θάτανε να πέση στο πετιμέζι και να ζαχαρώση. Ο Ζαφείρης ο Σοροπάκιας δεν έιχε κάνει φυλακή μπήκε στο στρατό. Το ρεζίλι του δηλαδή ήταν δίχως σύνορα. Την σήμερον, έτσι και βγης μέσ' την πιάτσα και δε δείξης τα κιτάπια σου να τα δη ο άλλος με τη μαβιά τη βούλα και να καταλάβη ότι έκανες τη θητεία σου στου Αβέρωφ παιδί και στις Αγροτικές μεγάλος, τι βάρος θα σου δώση; "Ψευτόμαγκα" θα σε πη και θα σε στείλη να του πάρης τσιγάρα. Κι' η γυναίκα σε τι καράτια θα σ' εχτιμήση; "Τι έχει κάνει ο κύριος; Κορόϊδο είναι". "Εν τάξει! Πέτα του ένα χαμόγελο να τόχη και να παίζη τας ημέρας αργίας".

Λόγω ανατροφή, ο μπαμπάς του είχε αραμπά ιωτα χι, δεν του πήγαινε του Ζαφείρη να πέσει στη λακκούβα με τον ασβέστη. Μαγκιά; Και φτώχεια και τα πάντα παρακαλώ. Αλλά κόντρα στο νόμο, να σε τραβάνε οι μαύροι και να σου παίρνουνε τ' αποτύπωμα, να σε βάλουνε να παίξης πιανάκι που λένε, όχι. θα μου πης κι' άλλοι μόρτες είναι από τζάκι, δεν βγήκανε όλοι από φουφού! Ο καθένας ρολάρει το δρόμο που του κάνει γούστο. Να πάη μέσα δεν τόθελε ο Ζαφείρης και κάθε φορά που του κάνανε και κουβέντα για πονηρό, έπιανε γωνιά, μπατζανέμι και έκανε το κορόϊδο. "Εγώ όχι".

Αυτός όχι, αλλά έτσι με στίψη στην τσέπη, πως θα διπλαρώση γυναίκα; Να πάρη μια με το τσέρκι στην  κεφάλα εύκολο ήτανε βέβαια, καθόσον η πάσα γκόμενα έτσι και της τάξης γάμο, γίνεται αμέσως Κασσιανή και τραγουδάει κάτι μετάνοιες που σου σηκώνουνε το μαλλί κι' ας είσαι και κουκί φαλακρός. Τέτοια όμως δεν την ήθελε ο Ζαφείρης. Αυτός ήθελε γυναικάκι τροφαντό, καραμελάτο και  χρωματιστό, να το παίρνει υπομάλης και να βγαίνη λεωφόρος Πανεπιστημίου και να κάνη τράκες στο πεζοδρόμιο. Κι΄οι γκόμενες να πούμε, τέτοια κατηγορία τον κυττάζανε και σπάγανε πλάκα με την έμφάνα του. Μέχρι που τον φουμάρανε φούντα. "Πάρε τάλλαρο να γυαλίσης το παπούτσι σου κατρέφτη και να δης μέσα τη μάπα σου να γελάσης πολύ". Τώρα πως έγινε με τον ιππόδρομο και κονόμησσε τάλλαρα χίλια και βάλε είναι να πούμε στην τύχη του πάσα ένα. Διότι τον "Μπουγιούρμπ" δεν τένε παίζει κανείς και τούρχεται του Ζαφείρη η τρέλλα του καβαλητή. Τον φορτώνει εικοσάρια δύο και έρχεται πρώτος ο γάϊδαρος και του φέρνει χίλια τετρακόσια στο δεκάρικο. Τα ματσώνει ο Ζαφείρης ο Σοροπάκιας και Δευτέρα πρωί πάει στο ράφτη και στα μαγαζά. Πέμπτη βραδάκι είναι πια φιγουρινάτος και μπαίνει στην "Αργολίς" μέγας είσαι Κύριε! Τον κόβουνε οι άλλοι και τρίβουνε τα μάτια τους.
--Διάρρηξη έκανες;
Καμαρώνει το Ζαφειράκι, έχει και κάπου τάλλαρα διακόσα περίσσευμα, πάνε, τρώνε, πίνουνε, ακούνε μπουζούκι και λέει ο Σταύρος ο Αλλοίθωρος.
--Πάμε να ρίξουμε καμμιά κοκκαλιά Αγίου Κωστανίνου;
Πάρολι η τύχη, φέρνει δυο βόλτες όλη την κουβέντα και κονομάει δώδεκα χιλιάρικα ο μόρτης ο Ζαφείρης. Τα τσεπιάζει και αμολάει. Να τα πάντα του καλά, άμα σε θέλει ο Θεός τι τον φοβάσαι το διάολο; Πάνω στις δόξες του γνωρίζει και τη Δήμητρα που τη λέγανε Σούζυ.
Εδώ είναι που ξεκίνησε να δαγκώσει το σκυλόψαρο ο Σοροπάκιας. Πίνουνε κάτι μπουκάλια, ακούνε κάτι πεννιές, φουμάρουνε κάτι τσιγάρα και το πρωί πάει στο τσαρδί του, φουλ ερωτευμένος μέχρι που δεν του κόλλαγε ύπνος, είχε και έντομα. Στο μαγέρικο, οδός Αθηνάς, τον ζυγώνει να του βγάλη τα ντούκα ο Σταύρος.
-- Τρελλός είσαι ρε; Τη Δήμητρα να πούμε, την πολιορκήσανε πιο πολύ κι'  άπ' την Τρίπολη. Δεν πέφτει αδερφάκι καθόσον, άσε που είναι ξύπνια, έχει και τη λαμαρίνα της ζουπηγμένη.
-- Δηλαδή;
-- Θέλει γκόμενο ένδοξο. Νάχη κάνει τους φόνους του, νάχη το παρελθόν του, νάναι στο εν τάξει, να ξηγιέται και σίδερο σε ώρα ανάγκη.Εσένα τι θα σε κάνη; Που γύριζες στα πανηγύρια και ντυνόσουνα φακιράκι να κονομήσης δίφραγκο;
Εδώ πάνω ξαναθυμήθηκε ο Ζαφείρης τη μεγάλη κουβέντα. "Τον πλούτον πολλοί εμίσησαν, την δόξαν ουδείς!". Για δες ρε τι δίκιο έχουνε οι φιλόσοφοι να πούμε! Μεγάλη παρόλα. Να! Τώρα! Μάτσα στην τσέπη του τα χιλιάρικα και η Δήμητρα, η Σούζυ δηλαδή, ούτε που θέλει να τον στείλη για φτύσιμο!
-- Κι' εφόσον λέω ν' ανοίξω κατάστημα, διαμαρτυρήθηκε.
-- Έτσι και γουστάρηζε κατάστημα είχε έξη κι'  ένα μικρό για πάρτη της.
Δύσκολα τα πράματα. Μια Σούζυ να τρακάρεις στο σοκάκι σου και να στρίβη να μη σ' ανταμώση. Στέναξ' ο Ζαφείρης και πήγε κατά Ζάππειο να πορπατήση στο μοναχικό του. Κάθησε και σε παγκάκι κι' έπεσε στο συλλογικό.
Ο Μανώλης ο Χλέμπουρας είχε φώνή και από την μαγκιά έπεσε στο άζμα και φοράει σήμερα κάτι στενάχωρα, ίσαμε ένα ταψάκι το ένα ολόχρυσα στο κάθε δάχτυλο. Νάχε φων΄΄η φινόταν ένδοξος ο Σοροπάκιας, αλλά φωνή που να την βρης; Σάμπως πουλάνε στου Μαγγιώρου και Ρουσσόπουλου; Ο Φάνης ο Τάχτος είχε ποδάρια και πλεμόνες κι' έπεσε στο φουτμπώλ κι' έγινε αδερφέ μου ένα σεντερφοράκι που τον γράφουνε οι φημερίδες και βάζουνε και τη μάπα του και σηκώνεται το γήπεδο στο ποδάρι. Κονομάει γκόμενες και περνάει ζαχαρωτό. Νάχε ποδάρια και πλεμόνες, πάγαινε να παίξη κι' ο Ζαφείρης, αλλά πούντα; Έτσι ο άλλος σε παίρνει να σε γράψη στην εφημερίδα; Ο Στέλιος ο Άρπας, κουστουμάς ήτανε, πούλαγε ρετάλια για κοστούμια Εγγλέζικα στα κορόϊδα και βφήκε στο θέατρο και χάλασε κόσμο, μέχρι που γίνηκε κωμικάρα και τον καμαρώνουνε η γαλαρία και πάνε και θέλουνε αυτόνε μονάχα και σήμερον  είναι μέγας και τρανός μέχρι που έχει Φιατάκι δικό του. Νάχε ταλέντο και τούτος, μάλιστα, αλλά την σήμερον το ταλέντο βρίσκεται; Πουθενά δεν βρίσκεται και μονάχα κάτι που γράφουνε περί βαρύτητα και κάτι σαχλάκηδες που κάνουνε το σοφό κι' είναι κουνουπίδες ξεγυρισμένες τ' ανακαλύπτουνε και σου κάνουνε κριτική κι' άμα τους λες όχι, πολύ τους κακοφαίνεται και ορκίζπυνται "να φάω τα κόκκαλα του μπαμπά θα τον εξουθενώσω εγώ αυτόν ουϊστ!".
Στο ποδαράτο και στο γυρισμό, τα ξανάβαλε ράφι ο Ζαφείρης και του 'ρχότανε να κλάψη μέσα στην όδός Σταδίου.
"Χάνω τη Σούζυ ρε μάγκες κι' είμαι πια να με πάρη ο Χατζηδάκις και να με κάνη παιδί της απερπισίας"
Δύσκολο πράμα να ξεκινήσης να φας πέντε κουταλιές δόξα και να μην έχης μαγιά. Το βράδυ τάπινε απέναντι από τη Δήμητρα ο Ζαφείρης, άφηνε κάτι εξατμήσεις στεναγμικές, σήκωνε το ποτήρι του "εις υγείαν σας, ο Θεός στο καλό" κι' ούτε που γύρισε να τον φεγγιτιάση η μικρά, λες και χτες δεν γλεντάγανε παρέα και δεν τον ήξερε μήτε στο παραύπνι της.
-- Θα φάω το πηρούνι, έκανε ο Σοροπάκιας του Σταύρου πούχε ανθιστή τα τάλλαρα κι' είχε γατζώσει ρεμούλκα.
-- Και τι βγαίνει; Όποιος τρώει πηρούνι βγάζει σύρμα.
-- Μα δεν με κόβει καθόλου.
-- Τι να κόψη από σένα ρε τίποτα; Κι' άμα σε βλεφαριάση και σε ανθιστή θα σιχαθή το αντρικό φύλο.
Ο Ζαφείρης τσατίστηκε.
-- Και τι πρέπει να κάνω να με κυττάξη η γκόμενα; α σκοτώσω το θεριό σαν τον Αγιώργη;
-- Να σε γράψουνε οι εφημερίδες. Να κάνης κάτι μεγάλο. Καυγά να πούμε. Μπούκα  σε Τράπεζα να πούμε.  Ξάφρα σε χρυσοχοείο να πούμε. Χοντρό λαθραίο να πούμε. Ένα σωρό φτιάξες έχει η πλάση, δε βρίσκεις μια να κάνης καριέρα;
-- Κι' άμα κάνω τέτοια θα με κλείσουνε πίσω από το κάγκελο και δεν θα τη βλέπω ατη Δήμητρα.
-- Ναι αλλά θα πέσης στο καλαθάκι με τη δόξα. Όπερ βγαίνεις σε δυο - τρία χρόνια και δε δείχνουνε με το μεσανό δάχτυλο. Ο μάγκας την ξανθαίνει την περούκα και ξέρει καλά τη δουλειά του. Και τότε θα δης πως πέφτουνε σταρίθρες τα γκομενάκια.
Όλη τη νύχτα το συλλογιζότανε το λόγο του Σταύρου ο μόρτης ο Ζαφείρης και το πρωί βγήκε με την απόφα μέσα του.
"Δε γίνεται πρέπει να ξεχωρίσουμε αλλιώς με βλέπω στο σύρμα να κλάνω το χελιδονάκι το φετεινό το κοροϊδάτο".
Το ζύγιασε στο ίσο και στο ξύκικο, τα λογάριασε καλά και άσκημα, και το πρωί, οδός Πειραιώς πήγε και βρήκε τον Καλέμη τον διαρρήκτη με την ελιά στη μύτη.
-- Μάγκα μου, έκαν' ο Καλέμης, εγώ για τραβηχτική δεν είμαι. Διότι μ' έχουνε στο κυάλι η Ασφάλεια και με προσέχουνε και άσε που ξέρουνε πια πως μπουκάρω κι' άμα γίνη κακό, θα με πιάσουνε με τα μπιγκουτιά αμέσως και θα με τραβήξουνε.
-- Και πως γένεται;;
-- Δουλειά υπάρχει αλλά να την προχωρήσης μόνος σου.
-- Ρολάρηζε.
-- Θα έχω το μισό από το σανό;;
-- Τον έπιασες.
-- Ειν' ένα μαγαζάκι οδός Καλαμιώτου. Τσακάει πράμα καθόσον και νταραβερίζεσαι με γυναικεία και πας σήμερον ο νταραβέρης με γυναικείο είδος ματσώνεται καλώς.
-- Μάσ'τα!
-- Ο αγαθός τ' αφήνει όλα στο μπεζαχτά και κάθε Παρασκευή τα κάνει μασούρι και τα τρέχει στην Τράπεζα. Η μπούκα γίνεται από το φεγγίτη.
Έβαλε κάτω το μολ΄΄υβι και σχεδίασε το επιτελικό του ο Καλέμης, πάνου στο μάρμαρο για να σβηστούνε και να μην έχουνε αποδείξεις. Έτσι μπαίνουνε, εκεί το σουρτάρι, θα τ' ανοίξης με το αηδόνι αμέσως, θα τσεπώσεις, έτσι βγαίνουνε και κύττα μην αφήσης τίποτις δάχτυλα, πάρε έ΄νά ζευγαράκι γάντι γιατρικό να κάνης τη δουλειά σου. Κι' επειδής και δεν ήτανε μαρκαρισμένος ο Ζαφείρης, πάλε θα έκανε καλά τη φτιάξη του και κανένας δε θάπεφτε στο πονηρό περί το πρόσωπό του.
Τρεις μέρες τον κατατόπιζε ο Καλέμης και την τέταρτη είχε γίνει πια ξεφτέρι να το βάλης σ' Επιτάφιο και να κάνη μπαμ, ο Ζαφείρης. Το λοιπόν νυχτιάτικα, έπεσε στην οδός Καλαμιώατου, πήδησε στη στοά, άφησε νάρθει η ώρα με τους βουρδούλακες και σκαρφάλωσε στο φεγγίτη. Δυσολεύτηκε λιγάκι στο πέρασμα, καθόσον πρωτάρα και αμάθητος, αλλά τα κατάφερε. Νάσου πρίμα το σουρτάρι με το ρευστό, έβγαλε το αηδόνι και τόχωσε στην κλειδαριά.
Καλά δούλευε αλλά τ' αηδόνι το άτιμο άμα δεν το ξέρης πιάνει να κελαϊδήση και σε κάνει ρεζίλι καλά καθούμενα. Φαίνεται το λοιπόν ότι κάτι άκουσε ο φύλακας της στοάς και κάτι πονηρεύτκε, γιατί κει δα που είχε πέσει στη λάκκα με τον ιδρώτα ν' ανοίξη το ρημαδοσούρταρο, να κι' έρχουνται κάτι φώτα κλεφτοφαναράτα και να κάτι στολάτοι στο άνοιγμα.
-- Στοπ!
 Ο Ζαφείρης πιάστηκε στο φτιάξιμο απάνω. Τον αγκωνιάσανε και τον τραβήξανε στο Τμήμα. Κακώς πριν τελειώση τη δουλίτσα του και κακώς που ήτανε και το πρώτο του. Από την άλλη πάλε μεριά όμως χαμογέλαγε. "Αύριο", σκεφτότανε, "θα με γράψουν οι φημερίδες: " Συνελήφθη ο Ζαφείριος Κρατόπουλος διότι κ.λ.π. κ.λ.π.". Θα δη η Δήμητρα και όσο νάναι θα μ' εχτιμήση. Μεγάλη δουλειά η ζημιά αλλά και μεγάλο το κέρδος. Δεν θα με πούνε πια μήτε κορόϊδο μήτε ότι δεν κοτάω".
Κι' έπεσε και κοιμήθηκε, ωραίος κι' ευτυχής και μακάριος, ε ρε τι καλά πούναι νάσαι κακοποιός. Τουρχότανε καικείνο το δασκαλίστικο στο μυαλό "πολλοί τον πλούτον εμίσησαν" και χαμογέλαγε αδερφάκι μου, λες και του καθάριζεις μούσμουλα.
Το μεσημέρι πήρε όλες τις εφημερίδες στο κρατητήριο ο Ζαφείρης. Άνοιξε να δη το μεγάλο νέο που θα τον έκανε ένδοξο. Και το είδε και πάγωσε. Γιατί φαίνεται κάτι λάθος είχε γίνει και γράφανε τα φύλλα "Συνελήφθη ο Πορφύριος Πρανόπουλος διότι κ.λ.π.".
Λάθος τ' όνομα και κρίμα που πάει χαμένη η δόξα. Άμα είσαι άτυχος αδερφάκι δένεσαι με την ατυχία κόμπο και πάτε μαζί  μέχρι τέρμα. Πορφύριος Πρανόπουλος αντίς Ζαφείριος Κρατόπουλος. Να βράσω τα γράμματα κι' αυτούς που τα ξέρουνε, άμα γί΄νουνται τέτοια λάθη που αδικάνε τον κόσμο.
Αλλά σάμπως και νοιάζεται κανένας από τους μεγάλους άμα αδικιέται κανένας φουκαράς; Σάμπως νοιάζεται η άτιμη κενωνία;...

Νίκος Τσιφόρος.



Δημοσίευση σχολίου