ΦΥΣΙΚΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Άγχουσα η φαρμακευτική.

Βιότοπος – περιγραφή:

Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι
Anchusa officinalis L. (Άγχουσα η φαρμακευτική) και την συναντούμε με τις ονομασίες άγχουσα, βοϊδόγλωσσα, σκυλόγλωσσα, αλκάνη, λύκοψις.
Ανήκει στην οικογένεια των Βοραγινιδών. Φυτρώνει σε όλη την Ευρώπη, κύρια όμως στη νότια. Στη χώρα μας συναντούμε 15 περίπου είδη άγχουσας. Η πλέον γνωστή όμως είναι αυτή που αναφέρουμε σήμερα.
Είναι φυτό διετές, χνουδωτό, που φτάνει σε ύψος τα 70 εκατοστά Τα άνθη του πλούσια πηγή νέκταρ (οι μέλισσες του έχουν ιδιαίτερη αδυναμία και το προτιμούν) και έχουν ζωηρό κυανό ή ιώδες χρώμα. Μερικές φορές είναι και λευκά.
Είναι πολύ συγγενικό με την Anchusa italica που καλλιεργείται συχνά στους κήπους ως καλλωπιστικό. Είναι αρκετά διαδεδομένο και το συναντούμε σε χέρσα εδάφη και πλαγιές. Προτιμά τα ηλιόλουστα σημεία με στεγνό, μη όξινο, πλούσιο σε άζωτο έδαφος.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Το φυτό περιέχει τα αλκαλοειδή κυνογλωσσίνη και κονδολιδίνη, ταννίνη και βλεννώδης ουσίες. Η ρίζα δίνει κόκκινο χρώμα.

Ιστορικά στοιχεία:
Το όνομα του φυτού προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη αγχουσίζομαι που σημαίνει χρησιμοποιώ άγχουσα, βάφω, χρωματίζω (κυρίως το πρόσωπο).
Ο Διοσκουρίδης αναφέρει ότι η προσθήκη του φυτού στο κρασί το έκανε «ευφρόσυνο». Αναφέρει επίσης ότι αν σε δαγκώσει δηλητηριώδες ζώο μπορεί να γίνεις καλά αν πάρεις το φυτό αυτό εσωτερικά ή βάλεις σαν πολτό το μασημένο φυτό πάνω στην πληγή. Λέει ακόμη ότι αν φτύσεις τον πολτό αυτό μέσα στο στόμα ενός φιδιού, αυτό θα πεθάνει αμέσως, ενώ σκοτώνει και τα σκουλήκια στο έντερο. Συνιστούσε επίσης το φυτό σε προβλήματα πόνου της πλάτης, μώλωπες από πτώσεις, ευλογιά, ιλαρά και τσιμπήματα εντόμων.
Στην αρχαιότητα μαζί με άλλα παρεμφερή είδη θεωρούσαν την άγχουσα ως ένα από τα καλύτερα καλλυντικά. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι την χρησιμοποιούσαν στη βαφική, ενώ ο Γαληνός τη γνώριζε σαν καλλυντικό.
Κατά περίεργο τρόπο, στη λαϊκή ιατρική η αγχούσα χρησιμοποιείται κατά της διάρροιας. Το χρησιμοποιούσαν επίσης για να θεραπεύει δοθιήνες, φλεγμονές και ευαίσθητα δέρματα.. Δινόταν επίσης από το στόμα ως καθαρτικό, για τον βήχα και το έλκος στομάχου.
Τα φύλλα του που είναι τραχιά και με χνουδωτά εξογκώματα τα μάζευαν μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου και θεωρούσαν ότι δίνουν μια εξαιρετική γεύση στο χαρμάνι των χόρτων που χρησιμοποιούνται για πίτες.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Ανθίζει από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο. Το υπέργειο τμήμα συλλέγεται κατά την εποχή της πλήρους άνθισης και για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα φύλλα και τα άνθη του φυτού. Η ρίζα συλλέγεται το φθινόπωρο.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Είναι φυτό φαρμακευτικό, εδώδιμο, βαφικό και μελισσοτροφικό.
Το υπέργειο τμήμα του θεωρείται διουρητικό, επουλωτικό, αποχρεμπτικό και μαλακτικό. Παλαιότερα το χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία του στομαχικού έλκους, της νευρικής υπερεντάσεως και της μελαγχολίας.
Βοηθά στην επούλωση χρόνιων ελκών, έντονων φλεγμονών και εγκαυμάτων. Βοηθά σε προβλήματα σπλήνας και άμμου στα νεφρά.
Σήμερα παρασκευάζεται φάρμακο για την θεραπεία του έλκους στομάχου και δωδεκαδακτύλου το οποίο χρησιμοποιούν στην ομοιοπαθητική.
Η ρίζα έχει βαφικές ιδιότητες ( κόκκινο χρώμα ), ενώ τα τρυφερά φύλλα και νεαροί βλαστοί τρώγονται όπως το σπανάκι.

Παρασκευή και δοσολογία:
Χρησιμοποιείται εξωτερικά υπό μορφή αλοιφής για θεραπεία μωλώπων, πληγών από κοψίματα, φλεβίτιδα. Εσωτερικά λαμβάνεται υπό μορφή εγχύματος ως μαλακτικό και για τη θεραπεία του βήχα και του συναχιού.

Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα
Δημοσίευση σχολίου