ΦΥΣΙΚΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Η μεγάλη τσάντα και το μικρό τσαντάκι του Δημήτρη Ψαθά


(ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ)

- Ήμαστε μες στο τραμ. Εδώ εγώ, αυτή εκεί. Καθόταν απέναντι μου, καθόμουν απέναντί της.
Ακούστε τώρα! Έρχεται ο εισπράκτωρ, της ζητά το εισιτήριο. Ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το
μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι, τα λεφτά, κλείνει το μικρό
τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, δίνει τα λεφτά της
στον εισπράκτορα.
- Λοιπόν;
- Της δίνει ο εισπράκτωρ το εισιτήριο. Ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι,
κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι,
ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.
- Λοιπόν, λοιπόν;
Αναπνέει βαθιά:
- Της δίνει ο εισπράκτορας τα ρέστα. Τα παίρνει. Ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό
τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα τα ρέστα, κλείνει το μικρό
τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.
Στριφογυρίζει στην καρέκλα του ο πρόεδρος.
- Ουφ!
- Είσθε νευρικός, κ. Πρόεδρε;
- Προχώρει.
- Όχι παρακαλώ, είσθε;
- Χωρίς ερωτήσεις.
- Θερμώς παρακαλώ, κ. Πρόεδρε...
- Όχι! Κι αν ήμουν, δε θα έφθανα ποτέ στο σημείο να χαστουκίσω μια κυρία μες στο τραμ.
Λέει με συντριβή:
- Τότε καταδικάστε με κ. Πρόεδρε. Δε θα με καταλάβετε ποτέ.
- Αυτό είναι δική μου δουλειά. Λέγε τελείωσες;
Σκουπίζει τον ιδρώτα, στραγγίζει το μαντίλι. Παίζουν τα μάτια του, παίζουν τα χέρια του, αναστενάζει:
- Όχι, δεν ετελείωσα. Ησύχασα που λέτε για μια στιγμή και έλεγα ότι τελείωσε αυτό το βάσανο.
Μαύρη ησυχία. Έξαφνα η κυρία ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την
μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βγάζει ένα καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την
μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται λίγο στο
καθρεφτάκι. Κι ύστερα ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα,
ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη
τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.
Θολώνει το μάτι του πταισματοδίκου. Ιδρώτας τρέχει απ' το μέτωπο του. Αρπάζει την κουδούνα, την
αφήνει, στροφογυρίζει, βουτάει τα χαρτιά, θα σκάσει:
- Ούφ!
- Να σταματήσω, κ. Πρόεδρε;
- Φτάσε στο χαστούκι.
- Είναι παρακάτω.
- Λέγε. Μ' έσκασες!
- Έτσι μ' έσκασε κι εμένα.
- Τελείωνε.
Παίρνει βαθιάν ανάσα:
- Ησύχασε πάλι για δυο δευτερόλεπτα. Ησυχάζω κι εγώ. Αλλά πάλι, μαύρη ησυχία. Έρχεται ο
επιθεωρητής, της ζητά το εισιτήριο, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την
μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, δίνει το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την
μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα. Της επιστρέφει ο επιθεωρητής
το εισιτήριο. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το
μικρό τσαντάκι...
- Αναπηδά ο πρόεδρος:
- Φτάνει!
- Βάζει μέσα το εισιτήριο...
- Σώνει!
- Κλείνει το μικρό τσαντάκι...
- Αρκετά!
- Ανοίγει την μεγάλη τσάντα...
Γουρλώνει τα μάτια του:
- Πάψε, σου είπα!
- Βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι...
Έξαλλος τινάζεται επάνω:
- Αθώος! Αθώος! Καλά της έκανες!!!
Δημοσίευση σχολίου