ΦΥΣΙΚΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι!


Τα χρήματα που «φαγώθηκαν», δικά μας και των ξένων, τα έφαγαν οι ανέντιμοι Έλληνες και το σύστημά τους από τους τίμιους Έλληνες. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια και για αυτόν το λόγο συγκεκριμένοι άνθρωποι είναι και δικαιούνται να είναι πολύ θυμωμένοι, μα πάρα πολύ θυμωμένοι.

Ποιος είναι άραγε αυτός ο υπερήφανος λαός που δεν πρέπει να σκύβει το κεφάλι;
Ο λαός που οφείλει να στέκεται αγέρωχος και να απειλεί ενίοτε όλους εκείνους τους ενοχλητικούς τύπους που τόσα χρόνια τον δανείζουν. Εννοούμε τους γνωστούς κουτόφραγκους για τους οποίους ελπίζαμε ότι θα έμεναν μόνο κουτοί, αφού τα φράγκα θα τους τα παίρναμε εμείς τα σαΐνια.
Ας πούμε όμως ότι έτσι είναι το πράγμα, ότι κι εμείς έχουμε τα δίκια μας κι αναλόγως θα πράξουμε. Εδώ ακριβώς αναδύεται και το μεγάλο πρόβλημα. Για να μη σκύψουμε το κεφάλι πρέπει πρώτα να βρούμε τη χαμένη περηφάνια μας, που πιθανόν να μην μπορεί να θυμηθεί που την έχει θάψει ή καταχωνιάσει ο καθένας μας.
Πάνε πολλά χρόνια από το Ρούπελ και πολύ περισσότερα από το Μεσολόγγι, ώστε να θυμόμαστε ότι για να έχεις το κεφάλι ψηλά απαιτούνται μεγάλες θυσίες, στερήσεις και ακλόνητη πίστη σε αρχές και αξίες.
Οι απώλειες όμως των αξιών οι οποίες κρατάνε ψηλά τα κεφάλια συνεχίστηκαν. Πεδία σφαγής της περηφάνιας και της αξιοκρατίας έγιναν οι προθάλαμοι των πολιτικών γραφείων. Φιλούσαμε τις γνωστές «υγρές ποδιές» αχρείων ανθρωπάριων για μια θεσούλα στο δημόσιο. Για να πληρωνόμαστε με χρήματα που δανείζονταν οι «ευεργέτες» μας στο όνομά μας και θα έστελναν το λογαριασμό σε κάποιο ανεπιθύμητο μέλλον εντόκως με αποδέκτες τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Τώρα εκείνο το μέλλον είναι εδώ, μαζί με το ΠΑΣΟΚ που είναι πάντα εδώ.
Χωματερές της ελπίδας και της αξιοπρέπειας οι ΟΤΑ, οι σχετικοί φορείς και οι υπηρεσίες. Όλοι μαζί τρέχαμε τη νύχτα. Κινούμενες σκιές να τοποθετήσουμε ένα ακόμη παράνομο λιθαράκι στο νεόδμητο (πιθανά αυθαίρετο) ή στο πατρικό. Στα σκοτεινά έπρεπε να ρίξουμε τα σκουπίδια στις χαράδρες και στα ποτάμια. Συνεπικουρούμενοι από «στραβά μάτια», με το αζημίωτο φυσικά, απαλλοτριώναμε τα δέντρα από το δασικό οικόπεδο, «τρώγαμε» λίγη παραλία, μπαζώναμε τα ρέματα, κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να βολευτούμε όπως-όπως μίζερα, ζοφερά, μοναχικά, αντικοινωνικά, άδικα. Επιδοθήκαμε καθημερινά σε αναρίθμητες μικροαπρέπειες και μικροαπατεωνιές στην οδήγηση, στη δουλειά, στις σχέσεις μας, στις συναλλαγές μας.

Τα πιο χαμηλωμένα κεφάλια ήταν αυτά που κοίταζαν ψηλά στις εξέδρες και φώναζαν κατά χιλιάδες, ακρίτως και αδιακρίτως, είσαι και θα είσαι ο πρωθυπουργός ή να τος, να τος ο πρωθυπουργός. Ουλαμοί έντιμων ανόητων, στρατιές μικροεπαιτών, μικρομάγαζα λαθροβιούντων και σχεδιαστές μεγάλων κόλπων της πεντάρας. Το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» μεταλλάχθηκε σε «κράτος, κόμμα, προσωπικό βόλεμα», δηλαδή από την οπισθοδρόμηση προχωρήσαμε στην απόλυτη κατρακύλα, στον ατομικό και συλλογικό εξευτελισμό. Κάπου εδώ μας προέκυψε μοιραία και το καταστρεπτικό σύνδρομο της αυτοδικίας.

Ο καθένας άρχισε να υπολειτουργεί επαγγελματικά και κοινωνικά, αφού μόνος του πλέον έκρινε ποιο πρέπει να είναι το αντίτιμο που θα λάβει ώστε να κάνει καλά τη δουλειά που έχει αναλάβει και πάλι ο ίδιος έκρινε κατά το δοκούν ποια είναι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, τα όρια της ελευθερίας του και το περιεχόμενο της δημοκρατίας του. Αυτό λοιπόν που λέγεται και νοείται ως θεσμική, αντιπροσωπευτική αστική δημοκρατία δυτικού τύπου καταργήθηκε στην πράξη. «Ένα συνονθύλευμα παλαιοκομματικής δεξιάς, νοσταλγικού μπολσεβικισμού, ολίγης Κούβας, μέσα σε μεταμεσονύχτια αμερικανικά όνειρα ανατολίτικης ραθυμίας, ποδοσφαιρικού ταλιμπανισμού και σχιζοφρενικών αναρχοφασιστικών συμπεριφορών, αποτελεί και αποτυπώνει τη νεοελληνική συντηρητική νεοπλουτιστική χρεοκοπημένη ευδαιμονία. Ο δρόμος προς τη χρεοκοπία ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα και γεμάτος απολαύσεις, το τέλος ήταν φρικτό και αποτρόπαιο, αλλά μας το έκρυβαν επιμελώς τα αγαπημένα τέρατα-προστάτες μας, το πολιτικό κόστος και ο λαϊκισμός. Τώρα όμως φθάσαμε, έπεσαν οι τίτλοι του τέλους. THE GAME IS OVER. Άριστος γνώστης των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, ο πρώην πρωθυπουργός πήδηξε πρώτος από το τρένο, «είδε το κακό και την έκανε». Εμείς τι κάνουμε;
Όταν δεν έχεις να πληρώσεις το λογαριασμό τι κάνεις; Πλένεις τα πιάτα. Εμείς επιλέξαμε κάτι πρωτοποριακό. Θα συνεχίζαμε να παραγγέλνουμε επ’ άπειρον ώστε να μην κλείσει ποτέ το μαγαζί, άρα δεν θα ερχόταν ποτέ ο λογαριασμός. Δυστυχώς όμως η κουζίνα έκλεισε, η κάβα εξαντλήθηκε, οι σερβιτόροι σχόλασαν, χαμήλωσαν τα φώτα, η μουσική σταμάτησε και τέλος κατέβηκαν τα ρολά και εμείς μείναμε μέσα παγιδευμένοι, φυλακισμένοι. Κάτι σαν τους αστούς του Μπουνιουέλ.
Θέλουμε να βγούμε με τους δικούς μας όρους αλλά θα βγούμε αν θέλουμε με τους όρους του ιδιοκτήτη, δυστυχώς και για μας και γι’ αυτόν.
Η παρέα μας αποτελείται από πολλούς. Υπάρχουν κάποιοι που δεν έφταιγαν καθόλου για ό,τι συνέβη, κάποιοι οι οποίοι είχαν ένα σχετικό μέρος των ευθυνών για την κατάντια μας και κάποιοι βαριά ένοχοι, οι οποίοι όχι μόνο γνώριζαν και δεν έλεγαν τίποτα αλλά έφαγαν και ήπιαν τα περισσότερα. Τώρα όμως είμαστε όλοι μαζί κλεισμένοι μέσα και ο καθένας αναλογίζεται με τον τρόπο του.
«Ρε, το παρακάναμε, το ξεφτιλίσαμε» λένε οι μεγάλοι ένοχοι, «πώς παρασυρθήκαμε έτσι» λένε οι μικροί ένοχοι, «εμείς το βλέπαμε πού πήγαινε η δουλειά, αλλά κανείς δεν μίλησε» λένε οι αφελείς και ολιγόνοες συνεργοί, «τι σκατά θέλαμε και κάναμε παρέα με όλους αυτούς» λένε οι πραγματικά αθώοι και φυσικά μόνον κατά τούτο είναι ένοχοι. Αυτά όμως είναι μεταξύ μας, δεν αφορούν το αφεντικό εκεί έξω με τα κλειδιά στο χέρι.
Μεταξύ μας αδικηθήκαμε, μεταξύ μας θα τα βρούμε χωρίς δικαιολογίες και αποδιοπομπαίους τράγους, χωρίς χίμαιρες και υστερίες. Είμαστε φυσικά οργισμένοι με όσους νομίζουμε ότι μας οδήγησαν έως εδώ και καλά κάνουμε. Οφείλουμε όμως να έχουμε την επίγνωση ότι αυτούς που ψηφίζαμε έβγαζαν οι κάλπες, γιατί φερόμαστε σαν άλλα να «ρίχνουμε» και άλλα να «βγαίνουν». Καλό είναι επίσης να γνωρίζουν και οι «φίλοι» μας Γερμανοί πολίτες ότι από αυτούς δεν έχουμε «φάει» ούτε ένα ευρώ. Το ότι με χρήματα που λάβαμε και είχαν και αυτοί συμμετοχή δεν κατασκευάσαμε δρόμους, λιμάνια, νοσοκομεία, την κοινωνία μας αδικήσαμε. Τα χρήματα ξαναγύρισαν σ’ αυτούς ως Καγιέν, Μερσεντές και υποβρύχια. Δηλαδή εντόκως με ΦΠΑ και με θέσεις εργασίας.
Τα χρήματα που «φαγώθηκαν», δικά μας και των ξένων, τα έφαγαν οι ανέντιμοι Έλληνες και το σύστημά τους από τους τίμιους Έλληνες. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια και για αυτόν το λόγο συγκεκριμένοι άνθρωποι είναι και δικαιούνται να είναι πολύ θυμωμένοι, μα πάρα πολύ θυμωμένοι.
του Νίκου Αρσένη
*Athens Voice, 13/5/10
Δημοσίευση σχολίου