ΦΥΣΙΚΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

ε ρε κάτι κουρασμένα παλικάρια!!!!!!!


Eίσαι λοιπόν κουρασμένο παλικάρι… Είσαι εργαζόμενη γυναίκα, μάνα, σύζυγος, εργαζόμενη «άσε αγάπη μου έχω τόσο σίδερο να βάλω, να μαγειρέψω, να πλύνω, να διαβάσω τα παιδιά, να να να». Είσαι ο μικροαστός που θέλησε να γίνει μεγαλοαστός και δανείστηκε όσα μαλλιά είχε στο κεφάλι του όταν ήταν δεκαπέντε χρονώ (ναι ξέρω, ξέρω μεγάλο θέμα η καράφλα, πολύ σε απασχολεί, πήγες παντού και δεν έγινε τίποτα, προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είναι δείγμα υψηλής συγκέντρωσης τεστοστερόνης, μα τι γκόμινος είσαι τέλος πάντων…)

Είσαι ο νοικοκύρης με τα τριανταπέντε δάνεια, τις ογδονταδύο κάρτες, το στεγαστικό για το σπίτι στο Περιστέρι, στην Πετρούπολη, στο Χαλάνδρι, στην Ηλιούπολη, στη Νέα Σμύρνη, στο Καλαμάκι, τα γραμμάτια για το SUV, και τις δόσεις για το διακοποδάνειο στο Ντουμπάϊ (πόσο κορδωνόσουν όταν έδειχνες τις φωτογραφίες που τραβούσες σαν υστερικός Ιάπωνας!). Ακόμα δεν έχεις εξοφλήσει το μετοχοδάνειο που πήρες το ’99 προσπαθώντας να γίνει Σόρος κι έγινες σωρός.

Αγοράζεις ρούχα από το Ζάρα ή και το κινέζικο της γειτονιάς σου και στο αυτοκίνητο αλλάζεις τις τσάντες με αυτές που κράτησες καβάτζα από το Άττικα. Κυκλοφορείς κρατώντας τη φέικ Chanel στο χέρι από τους εμποράκους της Ερμού και είσαι και περήφανη ότι κανένας δεν θα το πάρει πρέφα.

Δουλεύεις σε γραφείο, μαγαζί, υπηρεσία, οργανισμό, υπουργείο, περίπτερο, σεξ σοπ δεν έχει σημασία, η ουσία είναι η προσπάθειά σου να λουφάρεις το δυνατόν περισσότερο και όνειρό σου να γίνεις διευθυντής, να έχεις παχυλό μισθό και να κάααααααααθεσαι. Κοιτάς τον προϊστάμενό σου με το βλέμμα του σαλιγκαριού -έχει το σαλιγκάρι βλέμμα άραγε;- και επιδεικνύεις με καμάρι την αγελαδόσταμπα που φέρεις στο κούτελο…

Παντρεύτηκες γιατί έτσι κάνουν όλοι, στην κατάλληλη ηλικία έναν ή μία αντίστοιχή σου για να κάνετε αντίστοιχα παιδιά, που τα μεγαλώνεις αντίστοιχα με αντίστοιχα όνειρα… Στο δρόμο βρήκες καινούριους επιθετικούς προσδιορισμούς να στολίσεις τη ζωή σου: η κατάλληλη θεσούλα, το άνετο σπιτάκι, το γλυκούλι εξοχικό, το μεγάλο αυτοκίνητο, η ευτυχισμένη οικογένεια, η καθώς πρέπει ζωή, τα επιτυχημένα έξυπνα παιδιά, οι χλιδάτες διακοπές.

Ζεις τη ζωή σου αγκαλιά με την τηλεόραση αναπαράγοντας τα σκατά που σε ταϊζουν αγόγγυστα και μ’ ευχαρίστηση, γελώντας με νόημα «πώς τα λέει έτσι ο πούστης», περιμένοντας την πολυπόθητη άδεια που θα τους δείξεις εσύ ρε τι θα πει γλεντζές. Κάθε Πάσχα, Χριστούγεννα, τριήμερα ξεχύνεσαι στους δρόμους κραδαίνοντας το όπλο που σου έδωσαν οι ανεγκέφαλοι που πλήρωσες, ουρλιάζοντας, μαρσάροντας, σφυρίζοντας «Κάντε πέρα ρε, μάγκας εδώ!»

Περνά η ζωή δίπλα σου κι εσύ μετράς λεφτά, λεφτά, λεφτά. Για φροντιστήρια, για τον καινούριο καναπέ, για τη τζιπούκλα, για τη στέγη του εξοχικού, για την τηλεορασούμπα που αγόρασες για να βλέπεις ποδόσφαιρο στη διαπασών ουρλιάζοντας «γαμήστε τους, γαμήστε τους» στους παίκτες που παίρνουν το αίμα σου πίσω για την άχρωμη ζωή σου. Και τα παιδιά σου φεύγουν, η γυναίκα σου μαραίνεται, ξοδεύει ώρες στα βοδιαλάνια μπας και ξαναβρεί τη χαμένη της νεότης, ο άντρας σου κοιτάει τις μικρούλες «πώς έχουν γίνει αυτές οι μικρές τόσο πρόστυχες μαρή Κατίνα μου», η κοιλιά σου μεγαλώνει, τα μάτια σου θολώνουν αλλά εσύ εκεί!!!! νοικοκύρης και καραβοκύρης… Αμετανόητος!

Και τώρα που αρχίζουν να σφυρίζουν γύρω τα ιπτάμενα αγγούρια, κοιτάς με υπομονή και καρτερεία, μετρώντας το βάθος του κώλου του διπλανού σου «Α! Στους δημόσιους υπάλληλους, μπαίνει πολύ! Καλά να πάθουν, τα λαμόγια!» «Α! Και οι ιδιωτικοί που μας το παίζουν τόσα χρόνια κατακαημένοι παραγωγικοί κι αυτοί την τρώνε με το ασφαλιστικό!» «Α! Και οι κακόμοιροι οι συνταξιούχοι! Τι θα τρώνε οι καημένοι;» «Α! Και οι έμποροι πλήττονται από την κρίση!» κάθεσαι πάλι πίσω στον καναπέ και περιμένεις με σάλια που τρέχουν και με μάτι γλαρό, να δεις τα καινούρια «επεισόδια» που θα γίνουν στις πορείες για να τα συζητάς με τους διπλανούς στη δουλειά, στην καφετέρια, στο προπατζίδικο, στο κομμωτήριο «Τα κωλόπαιδα πάλι τα έσπασαν, μα πού πάει αυτή η χώρα, βουλιάζουμε!»

Κάθε φορά που μια φωνή σου ψιθυρίζει «Σήκω πάνω, βγες έξω, κάνε κάτι, δείξε τη διαφωνία σου» είσαι κουρασμένος, ταλαιπωρημένος, καταπλακωμένος από τα προβλήματα, από την άτιμη κενωνία που δεν σε αναγνώρισε, που δεν σε αγκάλιασε, που δεν σε φρόντισε, είσαι απογοητευμένος από τα λαμόγια τους πολιτικούς που εσύ ψήφιζες αλλά τι να κάνεις δεν έχεις δύναμη, ας σε έκαναν πρωθυπουργό για μια μέρα και θα τους έδειχνες εσύ.

Δεν σου ψιθυρίζω πια…
Σου φωνάζω: ΞΥΠΝΑ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ, ΞΥΠΝΑ!

ΠΗΓΗ: http://amelielaw.wordpress.com
Δημοσίευση σχολίου